τυφλῶν

τυφλῶν
τυφλός
blind
fem gen pl
τυφλός
blind
masc/neut gen pl
τυφλόω
blind
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
τυφλόω
blind
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
τυφλόω
blind
pres part act masc nom sg
τυφλόω
blind
pres inf act (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • τυφλών — ῶνος, ο, Α τυφλίας*. [ΕΤΥΜΟΛ. Ἀλλος τ. τού τυφλίας] …   Dictionary of Greek

  • Ἐν τοῖς τόποις τῶν τυφλῶν Λάμων βασιλεύει. — См. В слепом царстве кривой царь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἐν τῇ τῶν τυφλῶν πόλει καὶ ὁ ἑτερόφθαλμος ὡραῖος δ’ δοκεῖ. — См. В слепом царстве кривой царь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἐν τυφλῶν πόλει γλαμυρὸς ἐμβασιλεύει. — См. В слепом царстве кривой царь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Λασκαρίδου — Επώνυμο οικογένειας πρωτοπόρων παιδαγωγών και καλλιτεχνών. 1. Αικατερίνη (Βιέννη 1842 – Αθήνα 1916). Παιδαγωγός. Είχε ευρεία παιδεία και αφιερώθηκε στην αναμόρφωση της εκπαίδευσης των Ελληνίδων με πολλή αυταπάρνηση. Είναι χαρακτηριστικό πως αυτή… …   Dictionary of Greek

  • в слепом царстве кривой — царь — Промеж слепых кривой первый вождь. Ср. Unter den Blinden ist der einäugige König. A one eyed man is a king among the blind. Au pays des aveugles les borgnes sont rois. In terra di ciechi beato chi ha un occhio. Ср. Inter caecos regnat strabus… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • В слепом царстве кривой — царь — Въ слѣпомъ царствѣ кривой царь. Промежъ слѣпыхъ кривой первый вождь. Ср. Unter den Blinden ist der einäugige König. Пер. A one eyed man is a king among the blind. Пер. Au pays des aveugles les borgnes sont rois. Пер. In terra di ciechi beato chi… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Αναγνωστόπουλος, Μιχαήλ — (Πάπιγκο Ζαγορίου 1837 – Ρουμανία 1906).Φιλόλογος και φιλάνθρωπος από την Ήπειρο. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1861 ονομάστηκε διδάκτορας της φιλοσοφίας. Τον ίδιο χρόνο έγινε συντάκτης στην εφημερίδα Εθνοφύλαξ και …   Dictionary of Greek

  • αλέξανδρος — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Άλλο όνομα του Πάρη που του δόθηκε επειδή, όταν ήταν μικρός, βοήθησε στη διάσωση των κοπαδιών από επιδρομή ληστών «αλεξήσας ποίμνια», παρέχοντας δηλαδή σε αυτά προστασία. 2. Γιος του Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε στον… …   Dictionary of Greek

  • οίκος — ο (ΑΜ οἶκος) 1. οικία, σπίτι (α. «έγινε κατ οίκον έρευνα» έγινε στο σπίτι κάποιου έρευνα από αστυνομικές αρχές β. «ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου», ΚΔ) 2. γένος, γενιά, οικογένεια (α. «ο οίκος τών Κομνηνών» β.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”